ΧΡΟΝΟΣ, ΙΧΝΟΣ, ΥΛΗ

Γιώργος Σκυλογιάννης

15/3  –  14/4/2012

Η ζωγραφική του Γιώργου Σκυλογιάννη, υπήρξε πάντα ένα εγχείρημα μιας ποιητικής εικαστικής αφήγησης και γλωσσοπλασίας, μιας ποικιλίας μορφοπλαστικών διατυπώσεων στοχασμού και συναισθημάτων, μέσω της καλλιτεχνικής πράξης. Η υλική υπόσταση και δομική συγκρότηση των γλυπτικοζωγραφικών του έργων, εμπλέκοντας το ίχνος, τη μνήμη, τη φθορά, τη σήψη, διαμορφώνουν την ποιητική εικαστική του φρασεολογία, προσδιορίζοντας την ποιητική της εικόνας του.

Η σύγκληση του εικαστικού με τον ποιητικό του λόγο ενυπάρχει ως δομικό νοηματικό και τεχνικό συστατικό στα έργα του καλλιτέχνη, έτσι ώστε να διευρύνει την διαλογικότητά του, τις συνθήκες υποδοχής και αλληλοεπαναδιαπραγμάτευσης  της επιρροής και διεισδυτικής εμβέλειάς του και να επιταχύνει τις συμπτώσεις, ταυτίσεις, μεταβιβάσεις, μεταθέσεις, συνδέοντας τελικά τον ενδογλωσσικό εικαστικό λόγο, μέσα από σχέσεις καταγωγής, με την αφορμή εκφοράς του.

Μέσα από την γλωσσική-ποιητική υπόστασή του, το έργο προσεγγίζει τον θεατή και ο κειμενικός ποιητικός λόγος διαμεσολαβεί υποβοηθώντας στην υποδοχή του εξω –κειμενικού λόγου. Μειώνοντας την απόσταση αποδέκτη –εκφερόμενου, ο  κάθε ποιητής κατασκευάζει την δική του λεκτική εικόνα, στο πολυφωνικό εννοιακό σύστημα, με μία διαλογική και διαλεκτική σχέση, αναδεικνύοντας τα διάφορα επίπεδα αλληλεπίδρασης που μπορεί και να επικαλύπτονται.

Ως αντικείμενο εκφοράς αυτού του Λόγου, η εμπλοκή του αναπαραστατικού με τον λεκτικό κώδικα και το απρόβλεπτο ξαναπλάσιμο που η εικαστική πράξη επιβάλλει στο καταστάλαγμα των γνώσεων, με δράσεις, αναπλάσεις, μεταβιβάσεις, μεταθέσεις, αναγνωρίσεις, ταυτίσεις, παύσεις και αποσιωπήσεις της ποιητικής του εικαστικού του Λόγου. Με τη διαμεσολάβησή τους και ενεργοποιώντας συμπαραδηλώσεις εμβαθύνουν προσφέροντας εκκινήσεις για πολυσήμαντες ερμηνείες σημαινόντων και σημαινομένων, επιδράσεις άρθρωσης μεταξύ σημείου και αναφερομένου, που όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν την εικόνα αλλά και την ενισχύουν.

Στη συνέχεια της δουλειάς του, ο μορφικός συλλογισμός εγγράφεται στον εικαστικό του λόγο, που συνεχίζει να είναι οντολογικός ως τη μετεξέλιξη της έρευνάς του. Αυτή τη φορά επιστρέφει στη μορφή, με αντίστροφη μετατόπιση στον τρόπο σύλληψης, ξανά από το αφηρημένο στο παραστατικό, όμως με τελείως διαφορετικό τρόπο διαχείρισης, διατύπωσης, αναμόρφωσης, που βασίζονται σε γνωστικά πορίσματα πάνω σε ζητήματα υφής, όγκου, μορφής, ύλης και Λόγου.

Οι αχειραγώγητες γλυπτοζωγραφικές του  φόρμες και εμμονές, ως ζωγραφικές φράσεις, με μια κατευθυνόμενη χειρονομία, μια παλίμψηστη γραφή με ετερόκλιτα υλικά και διεργασία με συναρμογές, συναρμολογήσεις, ανάγλυφα, εκδορές, διαγραφές, συμπυκνώνουν την αποτύπωση της μνήμης, του πάθους και του  συναισθήματος μορφοποιώντας τελικά, την ποιητική συμβολική ισχύ του εικαστικού του λόγου.